γαλεοειδής

γᾰλεο-ειδής, ές, (
A

γαλεός 1

) of the shark kind,

οἱ γ. Arist.HA565a20

:—more usu. [suff] γᾰλεο-ώδης ib.505a5, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλεοειδής — γαλεοειδής, ές (Α) όμοιος με γαλέο …   Dictionary of Greek

  • γαλεοειδῆ — γαλεοειδής of the shark kind neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γαλεοειδής of the shark kind masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γαλεοειδής of the shark kind masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεοειδεῖς — γαλεοειδής of the shark kind masc/fem acc pl γαλεοειδής of the shark kind masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεοειδῶν — γαλεοειδής of the shark kind masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλεώδης — (galeodes). Αραχνοειδές της οικογένειας των ηλιοφύγων. Οι γ. είναι ψευδοσκορπιοί, διαδεδομένοι σε θερμές και άνυδρες περιοχές. Τα γνωστότερα είδη είναι ο γ. ο ελληνικός και ο γ. ο αραχνοειδής. Και τα δύο είναι κιτρινόξανθα έντομα με πυκνές και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.